σχέτλιος

σχέτλιος
σχέτλιος, σχετικός, καρτερικός, der etwas aushält od. unternimmt, tatkräftig, verwegen, nicht nachgebend, immer mit dem Nebenbegriffe des Übermäßigen, Ungeheuren, Schrecklichen, staunend u. gew. tadelnd; als Beiwort des Zeus, grausam, verderblich; des Kronos; der Götter übh.; des Schlafes, der zum Unglücke gereicht; häufig von gewaltig starken Menschen, die von ihrer Kraft einen für andere verderblichen Gebrauch machen, bes. auch kampflustig sind, wie der Kyklop, Achilleus, Diomedes; fem. σχετλίη, als Beiwort der Eris. Auch Nestor heißt σχέτλιος, wegen seiner unermüdlichen Tätigkeit, Erklärung: σὺ μὲν πόνου οὔποτε λήγεις, also nicht der elende, unglückliche. Öfter von wilden Tieren; σχέτλια ἔργα, frevelhafte, entsetzliche, grausame Taten; unglücklich

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • σχέτλιος — able to hold out masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχέτλιος — ία, ον, θηλ. και ίη και σπαν. ος, Α 1. (για πρόσ.) επίμονος, ακατάβλητος, απτόητος, συνήθως με παράλληλη σημασία τού τρομερού και τού ολέθριου (α. «σχέτλιός ἐσσι γεραιέ σὺ μὲν πόνου οὔ ποτε λήγεις», Ομ. Ιλ. β. «σχέτλιός εἰς, Ὀδυσσεῡ περί τι μένος …   Dictionary of Greek

  • σχετλιώτερον — σχέτλιος able to hold out adverbial comp σχέτλιος able to hold out masc acc comp sg σχέτλιος able to hold out neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχετλιωτέρων — σχέτλιος able to hold out fem gen comp pl σχέτλιος able to hold out masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχετλιώτατα — σχέτλιος able to hold out adverbial superl σχέτλιος able to hold out neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχετλιώτατον — σχέτλιος able to hold out masc acc superl sg σχέτλιος able to hold out neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχετλίω — σχέτλιος able to hold out masc/neut nom/voc/acc dual σχέτλιος able to hold out masc/neut gen sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχετλίων — σχέτλιος able to hold out fem gen pl σχέτλιος able to hold out masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχετλίως — σχέτλιος able to hold out adverbial σχέτλιος able to hold out masc acc pl (doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχέτλιον — σχέτλιος able to hold out masc acc sg σχέτλιος able to hold out neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχετλιωτάτους — σχέτλιος able to hold out masc acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”